"Οι Σαρακατσιάνες ήταν νοικοκυρές, αξιέπαινες, είχαν δουλειές πολλές, να υφάνουν, να γνέσουν, να κάνουν τα κουστούμια, τις βελέντζες, τα στρώματα, τα πάντα. Η Σαρακατσιάνα κρατούσε το σπίτι. Οι άντρες έπαιρναν τα πρόβατα κι έφευγαν. Η γ΄ναίκα να πάει στα ξύλα να φορτωθεί το ζαλίκ', το νερό, να ψήσει το ψωμί. Το γέννο, οι γ’ναίκες ξεγένναγαν τα πρόβατα όλα, οι άντρες όλο κουρασμένοι ήταν. Βέβαια μαύρη ζωή έκαναν κι αυτοί στα πρόβατα."Μαρία Καραφυλιά (Σαρακατσιάνα "Χασανδρινή")
(Από την ιστοσελίδα του Γιώργου Κολοβού "Πορτραίτα Σαρακατσαναίων")
Στη σαρακατσιάνα γυναίκα εγκώμιο να πλέξω,
Δυνατά να εξυμνήσω τις πολλές αρετές της
Και μεγάλες αλήθειες γι’ αυτή να κηρύξω.
Ως σύζυγο και αποκούμπι του άνδρα στη στάνη,
Ως καρδιά κι αγκωνάρι δυνατό και γερό
Της οικογένειας, του τσελιγκάτου σε κάθε καιρό.
Και πείρα και γνώση και καλοσύνη πολλή,
Που κρατεί της οικογένειας ψηλά την αξία,
Την ιστορία, την παράδοση πολύ ζωντανή.
Χωρίς γιατρό και μαμή κι άλλη βοήθεια.
Μεγαλώνει στην πλάτη της μάνας μέσα στα κρύα,
Στη στάνη, στο τσελιγκάτο, στα ορθά τα κονάκια.
Τα χιόνια, οι πάγοι και οι φοβερές κακουχίες.
Δεν υπάρχει για κείνη αναπαμός και σεργιάνι,
Ούτε φκιασίδια, διασκεδάσεις, επισκέψεις και γλέντια.
Μεταφέρει στα χέρια της τα νεογέννητα αρνιά.
Δένει στο μπιτούλι τις άστοργες προβατίνες
Που δεν θέλουν να βυζάξουν τα δικά τους αρνιά.
Και στρώνει μ’ όλα αυτά τα λασπωμένα μαντριά,
Για να ‘χουν τα πρότα, τα γίδια, τα’ αρνιά, τα κατσίκια
Στεγνό και ζεστό μαντρί, μια διαμονή παστρικιά.
Αγόγγυστα μεταφέρει το φορτίο της μακριά.
Στον κόρφο της στεριώνει της κεντημένη της ρόκα
Και γνέθει την τλούπα, τη δεμένη σ’ εκείνη σφιχτά.
Χτυπά με το χτένι της υφάδι στημόνι.
Πατά τις πατήθρες και τη σαΐτα περνά
Κι υφαίνει για όλους υφαντά ξακουστά.
Της αρέσει ο ήλιος, τα βουνά, οι κορφές και οι λόφοι,
Τα ξεφύλια, τα λουλούδια, οι γκρεμοί και οι λάκες,
Οι ανάβρες, τα ρυάκια, τα βαρκά και οι σούδες
Με άλλες κοπέλες της στάνης αντάμα.
Γνέθει τον άσπρο το φίνο, και στρίβει τα’ αδράχτι.
Παραβγαίνει με κείνες για πιο μακριά κλωστή.
στο δρόμο που οδηγάει στα ξύλα του λόγγου,
στις πλαγιές με τα κέδρα, τα κατσαρά τα πουρνάρια,
το κατάξανθο τσάι στου βουνού την κορφή
απ’ τους καθιστούς αρμεχτάδες, στα λιθάρια της στρούγκας
οι γαλάρες οι πρατίνες, οι μαλτέζες οι γίδες,
που περιμένουν να αρμεχτούν κι αυτές στη σειρά.
μπλούζες, ζακέτες, τσουράπια και σκούφους,
να ζεστάνει τους άνδρες τα παιδιά και τους γέρους
στις παγωνιές και στα χιόνια, στις βροχές και στις μπόρες.
Ώρες ατέλειωτες απ’ το πρωί ως το βράδυ,
Πλένει τις τράγιες τις κάπες, τα μαύρα μαλλιότα
Βουτώντας τα αδιάκοπα στα παγωμένα νερά.
Πάνω στα τρανά τα λιθάρια που τά χει βαλμένα
Τα’ απλώνει με τάξη στα πουρνάρια επάνω
Και στη στάνη τα φέρνει στεγνωμένα μετά.
Τ’ αντρίκια ξεσπάσματα, τα γεμάτα υστερία
Και δειλά κι αθόρυβα προσπαθεί η καυμένη
Τις καρδιές να γλυκάνει, να ηρεμήσει τα νεύρα.
Σφιχτά τα’ αγκαλιάζει με στοργή και μ’ αγάπη
Τα χαϊδεύει, τα φιλάει και ακούει απ’ αυτά
Πως τη μέρα περάσαν από εκείνη μακριά.
Στα παιδιά της, στον άνδρα της και σ’ όλους στη στάνη.
Στις πολλές εργασίες να τους βοηθάει γερά.
Του τσελιγκάτου, της στάνης να τιμήσει τη φήμη.
Τι φαΐ να ετοιμάσει για σπιτικούς και βοσκούς.
Πόσα σκυλοψώματα να ζυμώσει και να ψήσει
Για τους σκύλους, τους φίλους του κοπαδιού τους πιστούς.
Βρεθούν στο καλύβι, στη βάτρα, κοντά στη φωτιά,
Εκείνη η δύσμοιρη πίσω απ’ τις πλάτες των άλλων
Τη χαίρεται, αγναντεύοντας την από πολύ μακριά.
Βλέποντας τα μικρά της με τα βιβλία στα χέρια.
Είν’ αγράμματη η δόλια και δεν ξέρει τι λένε,
Και σκάζει απ’ το κακό της και τον πολύ της καημό.
Της είπαν ότι τα κορίτσια είχαν άλλο σκοπό.
«Στο δάσκαλο πηγαίνουν μόνο τα’ αγόρια της στάνης
να μαθαίνουν να κάνουν κανένα λογαριασμό».
Τελευταία εκείνη έχει τη χαρά να πλαγιάσει.
Κι είν’ ανήσυχος ο ύπνος, ζωντανοί οι εφιάλτες,
Όλο άγχος και σκέψεις κι αγωνίες πολλές.
Συλλογιέται τι να ‘γραψε γι αυτούς ο Θεός.
Κι ώρες ατέλειωτες την ανάσα τους ακούει
Ξαγρυπνώντας μέχρι να χαράξει το πρώτο το φως.
Τα’ Αϊ-Δημήτρη, τα’ Αϊ-Γιώργη, της γλυκιάς Παναγιάς,
Γονατίζει με δέος, συντριβή και μ’ αγάπη
Ζητεί την ευλογιά τους με δάκρυα καυτά.
Όλοι ζουν πιο κοντά στο γλυκό το Χριστούλη
Εκείνος τις τύχες τους ορίζει. Στη ζωή τους κρατεί.
Τα ζωντανά τους προστατεύει. Τα παιδιά οδηγεί.
με σεβασμό και μ’ αγάπη υποκλίνομαι βαθειά.
Τον ύμνο της πλέκω, την προσφορά της τιμώ,
Τις θυσίες της εξαίρω, την καλοσύνη της υμνώ.
Στα πέρατα του κόσμου φωνάζω ν’ ακουστεί,
«Μάνα σαρακατσιάνα πιστή, καλή κ’ αγαθή
περήφανος είμαι που με γέννησες και μ’ ανάθρεψες εσύ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου