Υπήρξε επίσης η πρώτη ηθοποιός που έπαιξε την Αντιγόνη του Σοφοκλή, στο νεοελληνικό θέατρο.
Συνεργάστηκε με τον επίσης διάσημο ηθοποιό της εποχής Δημοσθένη Αλεξιάδη, δημιουργώντας δικό τους θίασο με τον οποίο περιοδεύσαν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και μετέφρασαν αρκετά ιταλικά θεατρικά έργα, εμπλουτίζοντας έτσι το ελληνικό δραματολόγιο.
Για ένα διάστημα δύο περίπου ετών, δημιούργησε το δικό της θίασο, και έγινε η πρώτη γυναίκα θιασάρχης του νεοελληνικού θεάτρου.
Ήταν μητέρα τριών επίσης άξιων ηθοποιών, της Φιλομήλας και των Ιωάννη και Ευτύχιου Βονασέρα.
Η Βονασέρα τότε, μαζί με τον Παντελή Σούτσα, θα ακολουθήσει τους Κωνσταντινουπολίτες θεατρικούς επιχειρηματίες Κοσμά και Οδυσσέα Δημητράκο, στην επιτυχημένη περιοδεία που διοργάνωσαν στην Κωνσταντινούπολη, και που κράτησε περίπου ένα χρόνο. Στην Πόλη θα ερμηνεύσει την Αντιγόνη του Σοφοκλή, σε μετάφραση του Α. Ραγκαβή, στις 7 Οκτώβριου του 1863, στην πρεμιέρα του θιάσου. Μαζί της θα παίξουν ο Παναγιώτης Σούτσας τον Κρέοντα και η Σοφία Πανά – μετέπειτα Ταβουλάρη την Ισμήνη.
Μεγάλη προσωπική επιτυχία της Βονασέρα εκείνης της περιόδου, ήταν ο ρόλος της Μιραντολίνας στο έργο «Η Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι.
Το 1865 επιστρέφει στην Ελλάδα και παίρνει μέρος στην δεύτερη προσπάθεια που γίνεται προς σύσταση μόνιμου ελληνικού θιάσου. Τότε θα ερμηνεύσει τις μεγάλες της επιτυχίες, την Μαρία Δοξαπατρή (1865) και τη Μερόπη (1866) του Δημήτριου Βερναρδάκη, καθώς και την Κόρη του παντοπώλου (1866), την κωμωδία του Άγγελου Βλάχου.
Το 1867 και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο, πρωταγωνιστεί και πάλι στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, σε εκείνη την παράσταση στο Ηρώδειο, που διοργανώθηκε προς τιμήν του γάμου του βασιλιά Γεώργιου A', και που έμεινε στη θεατρική ιστορία, λόγω των συνεχόμενων αναβολών τους εξαίτιας της συνεχόμενης βροχής. Η παράσταση δεν είχε επιτυχία, αλλά η Βονασέρα και ο Αλεξιάδης κατόρθωσαν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.«...ουκ ολίγον διεκρίθησαν οι υποκρινόμενοι την Αντιγόνην και τον Τειρεσίαν, κατά δεύτερον λόγον επιτυχόντων των λοιπών».
Η εφημερίδα Νεολόγος της Κωνσταντινούπολης σε άρθρο της, στις 19 Νοεμβρίου του 1871 γράφει, εξαίροντας την παρουσία του θιάσου αλλά και της πρωταγωνίστριάς του ιδιαιτέρως:
- ....εν τη παραστάσει της Μηδείας (στη διασκευή του Ιω. Ζαμπέλιου) το πρωτεύον και συγκεντρούν άπασαν την προσοχήν πρόσωπον είναι αναντιρρήτως η Μήδεια. Το πρόσωπον τούτο, όπερ απαιτεί τοσαύτην τέχνην ώστε μόνον τούτο απετέλεσε την μεγάλην φήμην της κ. Ριστόρι, υπεκρίνατο η κ. Πιπίνα Βονασέρα. Οφείλομεν να είμεθα επιφυλακτικοί εις τας κρίσεις ημών ίνα μη υποληφθώμεν δεκαζόμενοι. και όμως είμεθα αναγκασμένοι να ομολογήσωμεν ότι ουδέποτε είδομεν ελληνίδα ηθοποιόν σπανίως δε ξένη, ισάμιλλον της κ. Πιπίνας εν τη Μηδεία..
Στα έργα του Βερναρδάκη
Η αρχή έγινε το 1865, στις 9 Δεκεμβρίου, όταν ο θίασος του Παντελή Σούτσα παρουσίασε την πρώτη τραγωδία του Βερναρδάκη, Μαρία Δοξαπατρή, που ο συγγραφέας είχε γράψει το 1858. Το έργο γίνεται μεγάλη επιτυχία και ξαναπαίζεται ακόμα 16 φορές, πράγμα πρωτόγνωρο για παραστάσεις της εποχής. Ο αρθρογράφος της εφημερίδας Αλήθεια γράφει ότι ...η συρροή του κοινού υπήρξε μεγάλη κατά την πρώτην και έτι μεγαλυτέρα κατά την δευτέραν παράστασιν, ότε και το ωραίο φύλο εκόσμησε τα θεωρεία...Η επιτυχία της παραστάσεως ταύτης εθεωρήθη κοινώς ως μοναδική μέχρι τούδε...Δι'αυτής το εθνικόν θέατρον έκαμεν εν μέγα βήμα προς τα εμπρός, και οι ηθοποιοί δε εφάνησαν κατά τας δύο ταύτας εσπέρας ανώτεροι εαυτών..
Μάλιστα ...Η ανωτέρα τάξις της κοινωνίας, ήτις μέχρι τούδε εφαίνετο ψυχρά προς το ελληνικόν Θέατρον, ήρχισεν ευτυχώς να συγκινήται και να φαίνεται προθυμοτέρα εις την συνδρομήν και υποστήριξιν του εθνικού τούτου αντικειμένου... [5] Με αυτήν την παράσταση η Βονασέρα καθιερώνεται ως η απόλυτη πρωταγωνίστρια της εποχής.
Ο Βερναρδάκης θα την αποθεώσει, μέσα από τις εφημερίδες της εποχής. Σε ένα γράμμα του, στην εφημερίδα Εθνοφύλαξ γράφει πως ... ότι κατώρθωσε να κρατήσει σήμερον επί της σκηνής δράμα περιοριζόμενον εις τους λιτούς τύπους της τραγωδίας, είναι η εν τοις κυρίοις έξοχος και απαράμιλλος υπόκρισις της πρωταγωνιστρίας. Όσοι είδον ευρωπαϊκά θέατρα και εσπούδασαν εγγύθεν τους εξοχωτέρους καλλιτέχνας της σκηνής, ούτοι πάντες ομολογούσιν, ότι η κ. Π. Βονασέρα, (κατά τας δύο μάλιστα πρώτας παραστάσεις της “Μερόπης” και ιδίως την πρώτην) κατόρθωσεν ότι ολίγαι μόνο υποκρίτριαι σήμερον εν Ευρώπη κατορθώνουσι, και χαίρουσι μεγάλως, ότι η κατά μυρίων δυσχερειών και προσκομμάτων παλαίουσα ελληνική σκηνή απέκτησε τραγικήν υποκρίτριαν πρώτης τάξεως.[7]
Η υποκριτική της τέχνη
Είχε αξιόλογες τραγουδιστικές ικανότητες και πολύ συχνά τραγουδούσε λυρικά άσματα πάνω στη σκηνή, αν και η ξενική προφορά της, -στην αρχή τουλάχιστον της καριέρας της - συνέβαινε να ενοχλεί κάποτε, κάποιους κριτικούς.
Κατόρθωνε με έντονες εκφράσεις προσώπου και σώματος, να ζωντανέψει την συναισθηματική κατάσταση των ηρωίδων της και να την υποβάλει μάλιστα στο κοινό, αλλά και να περνάει από το ένα συναίσθημα στο άλλο, με πειστικότητα αλλά και δραματικότητα. Πολύ σημαντική ήταν και η ικανότητά της, να δημιουργεί “παγωμένες σκηνές”, μια πρακτική που ήταν πολύ δημοφιλής. Δημιουργούσε ακίνητες- σαν φωτογραφημένες- σκηνές έκφρασης συναισθημάτων κατά τη διάρκεια της παράστασης ώστε να εντυπωσιαστεί ο θεατής και να εντυπωθεί στη μνήμη του ο ρόλος και το συναίσθημα που βγάζει, αφού τις περισσότερες φορές τα λόγια δεν τα πολυκαταλάβαιναν.[9]
Η εφημερίδα Φορολογούμενος της Πάτρας γράφει για την τέχνη της: ...Η κ. Πιπίνα Μπονασέρα προ πολλού πρωταγωνιστούσα ηθοποιός του ελλην. θεάτρου είναι κάτοχος της σκηνής και βαθέως αισθανομένη δύναται να συγκινήση μέχρι δακρύων. Ακόπως δε μεταδίδει τους χαρακτήρας προσώπων εις υψηλήν ανηκόντων κοινωνικήν θέσιν, όπερ είναι λίαν δυσχερές δια τους ημετέρους ηθοποιούς, οίτινες δυσκόλως δύνανται να υποκριθώσι κόσμον τον οποίον αγνοούσι. Λαμβάνει επί της σκηνής στάσεις γραφικωτάτας και έχει χειρονομίαν λίαν φυσικήν και επιβλητικήν...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου