Αφιέρωμα στη ΓΥΝΑΙΚΑ
Καλώς ήλθατε!
25 Ιουλίου 2025 Όταν μια γυναίκα θέλει
όλα τα μπορεί!
Δηλητήριο και μέλι
κάθε της φιλί!
Όταν μια γυναίκα θέλει
όλα τα μπορεί!
Κάνει κάποιονα κουρέλι
Βασιλιά στη γη!"
ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ
ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΆΚΗΣ (1987) 25 Ιουλίου 2024 Woman! Design the life you want!
25 Ιουλίου 2023 Woman! Carpe Diem! Happy 10 years blog anniversary! 25 Ιουλίου 2022 Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα.....(ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ Διονύσιος Σολωμός) 25 Ιουλίου 2021 Γυναίκα είσαι ζωή,απ’ τη φωτιά των άστρων, απ’ του Ήλιου το φιλί, πνοή του ανέμου, ανάσα μου, τραγούδι σε γιορτή.......Σωκράτης Μάλαμας 25 Ιουλίου 2020 Κάθε γυναίκα και μια πορεία προς την αιωνιότητα. 25 Ιουλίου 2019 Η χρονιά αφιερωμένη στην κακοποιημένη γυναίκα, τη γυναίκα που χάθηκε άδικα.. «Ο στίχος ως κραυγή (“El verso como grito” – Μάυτε Τουδέα Μπούστο): Τι κι αν είναι η φωνή μου βραχνιασμένη, με δύναμη και τόλμη θα παλεύω. Καμιά ελπίδα, ούτε όνειρο να κλέβω, μα τη ζωή να εξυμνώ, ταγμένη. Κοιτάζω με τα ματιά πολεμίστριας. Το χέρι μου κρατάει ρυτιδωμένο χαρτί, όπου διαβάζω κι ανασαίνω τους στίχους μου, γυναίκας και ποιήτριας. Το ποίημα αυτό, κραυγή, διαμαρτυρία, και πόνος, πίκρα, οργή, θυμός συνάμα. Σαν όπλο το βαστώ, μαζί και τάμα, τα δίκια να φρουρώ χωρίς αργία. Αφού η γυναίκα ανθρώπινο ον, συμβία, γιατί να υπομένει τόση βία;» 25 Ιουλίου 2018 "Αφιερωμένο στις γυναίκες στο Μάτι" «Πικρία πληρώνει το σώμα μου, με δοκίμασαν οι δεινές περιστάσεις. Φόβος, όχι γι΄ αυτό που με περιμένει, πιο πολύ για ότι αισθάνομαι. Έχασα τα φτερά της αγάπης. Είχα δυο μεγάλες άσπρες φτερούγες. Τώρα πού βρίσκομαι;…… Ω άμοιροι άνθρωποι! Αλίμονο, το κενό της ψυχής είναι η πιο βαριά συμφορά. Λόγια μιλάτε πολύτροπα, για να την καταλάβετε, πως καμιά παρηγοριά δεν μας φτάνει. Φαντάσματα γίνονται τα αισθήματα κι ο θάνατος αδιέξοδη φρίκη, όταν απίστευτη γίνεται η αγάπη. Αντιγόνη , Ζωή Καρέλλη" 25 Ιουλίου 2017 " Γυναίκα...ακοίμητη άσβεστη φλόγα,...νερό στων αιώνων τη στέρνα" Άννα Μπιθικώτση 25 Ιουλίου 2016 "Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο....." Γιώργος Σαραντάρος 25 Ιουλίου 2015 Οι μέρες περνούν και μαζί τους περνούν γυναίκες λιγότερο ή περισσότερο γνωστές που ταξιδεύουν αθόρυβα στο χρόνο μέσα από αυτό τo blog, που είναι αφιερωμένο σε αυτές! 25 Ιουλίου 2014 Συμπληρώθηκε μια χρονιά! Κάθε μέρα και γυναίκα! Και συνεχίζω........ 25 Ιουλίου 2013 Παραμονή της γιορτής της Αγίας Παρασκευής μιας σπουδαίας Αγίας της Ορθοδοξίας, ξεκινώ να φτιάχνω αυτή την ιστοσελίδα, με μόνο μου στόχο να συγκεντρώσω πληροφορίες και υλικό για τις γυναίκες που έκαναν τον κόσμο καλύτερο μέσα από την έρευνα, την πίστη, τη γνώση, το έργο και το παράδειγμά τους. Αφορμή για τη δημιουργία της ιστοσελίδας αυτή είναι η Ρόζαλιντ ΄Ελσι Φράνκλιν (Rosalind Elsie Franklin) (25 Ιουλίου 1920 - 16 Απριλίου 1958) η Βρετανή βιοφυσικός που συνέβαλε στην αποκάλυψη της δομής του DNA. Σε όλη αυτή την προσπάθεια θέλω να πω ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στην Wikipedia, the free encyclopedia που είναι η κύρια πηγή των πληροφοριών μου. Ένα πολύ μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ και στον ιστότοπο YouTube , ο οποίος επιτρέπει κοινοποίηση, αποθήκευση, αναζήτηση και αναπαραγωγή ψηφιακών βίντεο και ψηφιακών ταινιών Οι υπόλοιπες πηγές αναφέρονται στις αναρτήσεις μου.
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026
Τρίτη 17 Μαρτίου 2026
Τασούλα Γυφτογιάνναινα
Η Τασούλα Γυφτογιάνναινα, (1798 - 1880) ήταν Μεσολογγίτισσα αγωνίστρια της επανάστασης του 1821.
Γεννημένη στο Μεσολόγγι περίπου το 1798, έζησε τις πολιορκίες της πόλης από τους Οθωμανούς και πήρε μέρος στην Έξοδο του Μεσολογγίου, αναφέρεται ότι ήταν 28 ετών, φορώντας αντρική ενδυμασία και αρματωμένη. Όταν πέθανε το 1880 τάφηκε με αυτή την φορεσιά την οποία φυλούσε όλα αυτά τα χρόνια. Μετά την έξοδο παντρεύτηκε τον Σπύρο Γυφτογιάννη.
Το Σαββατόβραδο 18 Ιουλίου 2022 στην Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου, σε κεντρικό σημείο, σε έναν ήσυχο από κίνηση δρόμο, (οδός Λεωνίδα Δεληγιώργη) έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής της Ηρωΐδας της Εξόδου Τασούλας Γυφτογιάννη στον προαύλιο χώρο οικίας της απογόνου της Αλεξάνδρας Γυφτογιάννη-Μπακή.
Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026
Κυριακή 15 Μαρτίου 2026
Αλτάνα Ιγγλέζου
Η Αλτάνα Ιγγλέζου ήταν Μεσολογγίτισσα ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, γνωστή κυρίως ως η σύζυγος του Ελβετού φιλέλληνα και εκδότη των «Ελληνικών Χρονικών», Ιωάννη-Ιακώβου Μάγερ. Παντρεύτηκε τον Μάγερ στο Μεσολόγγι, αφού εκείνος ασπάστηκε την Ορθοδοξία, και απέκτησαν μαζί δύο παιδιά.Συνέβαλε οικονομικά στη δημιουργία του πρώτου νοσοκομείου στο Μεσολόγγι και εργάστηκε προσωπικά σε αυτό για την περίθαλψη των αγωνιστών.Κατά την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου (10 Απριλίου 1826), η Αλτάνα βρισκόταν μαζί με τον σύζυγο και τα παιδιά τους. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, η ίδια, ο Μάγερ και το ένα τους παιδί έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της συμπλοκής. Μόνο η κόρη τους, Σάνα, κατάφερε να σωθεί από τη σφαγή, αν και αρχικά αιχμαλωτίστηκε.
Όταν ο Λέστερ Στάνχοπ ήρθε στο Μεσολόγγι ως εκπρόσωπος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου, έφερε τυπογραφικά μηχανήματα με σκοπό να δημιουργήσει Ελληνικό Τύπο. Η γνωριμία του με τον Μάγερ απέδωσε το 1822 την οργάνωση της έκδοσης των ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ. Στόχος του πρώτου δίφυλλου εντύπου υπήρξε ο Άγγλος Αρμοστής της Επτανήσου, Τόμας Μέητλαντ, γνωστός για τις ανθελληνικές του θέσεις.
Την 1η Ιανουαρίου 1824 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο των ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ και το τελευταίο στις 20 Φεβρουαρίου 1826, όταν τουρκική βολή κατέστρεψε το τυπογραφείο. Έλληνας επιμελητής της έκδοσης ήταν ο Ζαγοριανός δάσκαλος, Δημήτριος Παυλίδης ο οποίος χρησιμοποιούσε λόγια γλώσσα.
Στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά» του Νικολάου Κοσομούλη ο Μάγερ εμφανίζεται συχνά. «Ο Ελβετός ή «Σβίτσερος» γιατρός και εκδότης υπήρξε και πολεμιστής στις τάπιες τις οποίες ο Κιουταχής προσπαθούσε να σκεπάσει διαρκώς με χώματα. Όμως οι Έλληνες τα έκλεβαν με στοές που έσκαβαν από κάτω. «Ακολουθούσεν ο προμαχών του Δεσπότου۰ και εις τούτον το μέρος απείχαν οι Τούρκοι έως 20 οργιαίς۰ εκεί ήταν τοποθετημένος ο Μήτζιος Κοντογιάννης και ο κ. Μάγερ, συντάκτης των ΕΛΛΗΝΙΚΏΝ ΧΡΟΝΙΚΩΝ όστις είχεν λάβει στρατιωτικόν δίπλωμα τότες (παράσημο)».
Στα δύο χρόνια της έκδοσής τους τα ΧΡΟΝΙΚΑ κυκλοφορούσαν σε όλη την επαναστατημένη χώρα με τα νέα του Αγώνα, με ιδιαίτερη αναφορά στο Μεσολόγγι. Υπήρχε ακόμα και ποικίλη ύλη με φιλολογία και ποίηση, αλλά και ειδήσεις από το εξωτερικό και την στάση των Μεγάλων Δυνάμεων. Οπαδός του Φιλελευθερισμού ο Μάγερ διατύπωνε τις απόψεις για την Δημοκρατία και την Ελευθερία. Ακόμα και ο φιλελεύθερος Μαυροκορδάτος θεωρούσε τον Μάγερ επικίνδυνο για την κριτική που ασκούσε στους κρατούντες. Παρ’ όλ’ αυτά ο Μαυροκορδάτος τον διόρισε «μέλος της διοικούσας επιτροπής της πόλης» (1824).
Ο Μάγερ μαζί με τους άλλους τρεις απομνημονευματογράφους, Κοσομούλη, Σπυρομήλιο και Αρτέμιο Μίχο, προσφέρει τις καλύτερες πληροφορίες πού έχουμε για το χρονικό του Μεσολογγίου. Η ημερολογιακή του καταγραφή της πολιορκίας μερικούς μήνες πριν από την Έξοδο, αποτελεί ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών για το μεγάλο γεγονός. Ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης επέλεξε από τα χρονικά την πορεία της πολιορκίας και εξέδωσε το 1926 το κείμενο με το όνομα του Μάγερ «Ημερολόγιον της πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826».
Το τέλος του σπουδαίου Ελβετού Φιλέλληνα ήταν ανάλογο με την ζωή του. Σκοτώθηκε μαζί με όλη του την οικογένεια κατά την Έξοδο και ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στο Ηρώο της πόλης. Για τον Μάγερ, ως εκδότη της πρώτης εφημερίδας στο έδαφος της επαναστατημένης Ελλάδας, έγραψαν η Αικατερίνη Κουμαριανού, ο Κ. Παπαλεξάνδρου και ο Ν.Ε. Σκιαδάς.
Σάββατο 14 Μαρτίου 2026
Suzanne Rachel Flore Lenglen
Η Σουζάν Λενγκλέν (Γαλλικά: Suzanne Rachel Flore Lenglen) (1899-1938) ήταν Γαλλίδα τενίστρια, μία από τις μεγαλύτερες παίκτριες στην ιστορία του τένις. Ο γαλλικός τύπος την ονόμασε «Η Θεά» και ήταν η πρώτη διεθνής σταρ του γυναικείου τένις.
Κατέκτησε συνολικά 241 τίτλους, είχε σερί με 181 νίκες και ποσοστό 98% νικών (341 νίκες – 7 ήττες). Κέρδισε έξι φορές στο Γαλλικό Όπεν, έξι φορές στο Γουίμπλεντον, και το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο γυναικείο σινγκλ στους Αγώνες της Αμβέρσας 1920. Το δεύτερο κύριο γήπεδο στο στάδιο Ρολάν Γκαρός φέρει το όνομά της.
Βιογραφικά στοιχεία

Η Σουζάν Λενγκλέν γεννήθηκε στις 24 Μαΐου 1899 στο Παρίσι, στο 16ο διαμέρισμα. Η ευκατάστατη οικογένειά της περνούσε τους χειμώνες στη Νίκαια στην Κυανή ακτή σε μια βίλα απέναντι από το γήπεδο τένις. Άρχισε να παίζει σε ηλικία 11 ετών και εμφανίστηκε ως παιδί-θαύμα. Προπονητής της ήταν ο πατέρα της Σαρλ Λεγκλέν σε όλη τη διάρκεια της καριέρας της. Κέρδισε τον πρώτο μεγάλο τίτλο της στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Hard Court 1914 σε ηλικία 15 ετών με μόλις τέσσερα χρόνια εμπειρίας στο άθλημα.
Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο σταμάτησε να παίζει. Επέστρεψε στα γήπεδα το 1919 και κέρδισε στο Γουίμπλεντον, στον δεύτερο μακρύτερο τελικό της ιστορίας του τένις. Μετά τον πόλεμο, η Λενγκλέν ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωταθλήτρια. Έγινε ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του τένις στη δεκαετία του 1920, αντλώντας τη δημοτικότητά της από το ότι ήταν η νεότερη πρωταθλήτρια στην ιστορία, το χορευτικό στυλ του παιχνιδιού της και την πληθωρική προσωπικότητά της. Έχοντας παίξει μπροστά σε γεμάτα γήπεδα και εξέχουσες κοινωνικές προσωπικότητες, αναγνωρίστηκε ως η πρώτη αθλήτρια που έγινε παγκόσμια αθλητική διασημότητα. Η Λενγκλέν κατατάχθηκε Νο 1 στον κόσμο από το 1921 έως το 1926, κερδίζοντας 8 τίτλους Grand Slam και 21 συνολικά, καθώς και 10 τίτλους του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος. Η μόνη μετά τον πόλεμο ήττα της ήρθε από τη Μόλα Μάλορυ στον μοναδικό ερασιτεχνικό αγώνα της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη συνέχεια, ξεκίνησε μια σειρά νικών σε 179 αγώνες και ολοκλήρωσε την ερασιτεχνική της καριέρα.
Το 1926, σταμάτησε την ερασιτεχνική της καριέρα και έγινε η πρώτη κορυφαία ερασιτέχνης που έγινε επαγγελματίας, υπογράφοντας για μια επαγγελματική περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες που ξεκίνησε αργότερα το ίδιο έτος.
Συνολικά, η Λενγκλέν κέρδισε έξι τίτλους του Γουίμπλεντον, συμπεριλαμβανομένων πέντε στη σειρά από το 1919 έως το 1923, και επίσης κέρδισε τριπλά στους δύο πρώτους αγώνες στο Γαλλικό Όπεν το 1925 και το 1926. Δεν έχασε ποτέ περισσότερα από τρία παιχνίδια σε ένα σετ στους 12 μεγάλους τελικούς της, εκτός από τον πρώτο της τελικό στο Γουίμπλεντον. Ένας από τους κορυφαίους αγώνες της ήταν η νίκη της έναντι της Έλεν Γουίλς, που αναφέρεται ως ο αγώνας του αιώνα.
Η Λενγκλέν ονομάστηκε από τον γαλλικό τύπο La Divine (Η Θεά), λόγω του μύθου που είχε δημιουργηθεί γύρω από το πρόσωπό της και τις νίκες της στο τένις. Έφερε επανάσταση στο άθλημα ενσωματώνοντας το επιθετικό στυλ του ανδρικού τένις στο γυναικείο παιχνίδι. Ήταν πρωτοπόρος φορώντας αθλητικά ενδύματα κατάλληλα για τένις και ενσωμάτωσε τη μόδα στους αγώνες της.
Το 1927, η Λενγκλέν αποσύρθηκε από το επαγγελματικό τένις, έγραψε βιβλία για το τένις και αφοσιώθηκε στη σχολή τένις που δημιούργησε, δίπλα στο στάδιο Ρολάν Γκαρός στο Παρίσι.
Το 1997, το δεύτερο γήπεδο του σταδίου Ρολάν Γκαρός στο Παρίσι έλαβε το όνομά της και το τρόπαιο που δίνεται στη νικήτρια του τουρνουά στο Γαλλικό Όπεν ονομάζεται προς τιμήν της «Κύπελλο Σουζάν Λενγκλέν».Το 1978, η Λενγκλέν κέρδισε μία θέση στο Hall of Fame του παγκοσμίου τένις.
Πέθανε σε ηλικία 39 ετών στις 4 Ιουλίου 1938 στο Παρίσι, έχοντας διαγνωσθεί με λευχαιμία.
Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026
Susan La Flesche Picotte
Η Σούζαν Λα Φλες Πικότ (17 Ιουνίου 1865 – 18 Σεπτεμβρίου 1915) ήταν ιθαγενής Αμερικανίδα γιατρός και μεταρρυθμίστρια και μέλος της φυλής Ομάχα . Είναι ευρέως αναγνωρισμένη ως μία από τους πρώτους ιθαγενείς και η πρώτη ιθαγενής γυναίκα που απέκτησε πτυχίο ιατρικής. Αγωνίστηκε για τη δημόσια υγεία και για την επίσημη, νόμιμη παραχώρηση γης σε μέλη της φυλής Ομάχα.
Γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1865 στον καταυλισμό Ομάχα στην ανατολική Νεμπράσκα . Οι γονείς της ήταν πολιτισμικά Ομάχα , είχαν ευρωπαϊκή και ιθαγενή καταγωγή και είχαν ζήσει για χρονικά διαστήματα εκτός των συνόρων του καταυλισμού. Παντρεύτηκαν είτε το 1845 είτε το 1846.
Ο πατέρας της, Τζόζεφ Λα Φλες (επίσης γνωστός ως Σιδερένιο Μάτι), καταγόταν από την Πόνκα και είχε κάποια γαλλοκαναδική καταγωγή. Σπούδασε στο Σεντ Λούις του Μιζούρι , αλλά επέστρεψε στον καταυλισμό σε νεαρή ηλικία. Πολιτισμικά αυτοπροσδιοριζόταν ως Ομάχα. Το 1853, υιοθετήθηκε από τον Αρχηγό Μπιγκ Ελκ , ο οποίος τον επέλεξε ως διάδοχό του, και ο Λα Φλες έγινε ο κύριος ηγέτης της φυλής Ομάχα γύρω στο 1855. Το Σιδερένιο Μάτι ενθάρρυνε ένα ορισμένο βαθμό αφομοίωσης , ιδιαίτερα μέσω της πολιτικής της κατανομής γης, η οποία προκάλεσε κάποιες τριβές μεταξύ των Ομάχα. Η μητέρα της, Μαίρη Γκέιλ, ήταν κόρη του Δρ. Τζον Γκέιλ, ενός λευκού χειρουργού του Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών που στάθμευε στο Φορτ Άτκινσον , και της Νικόμι, μιας γυναίκας καταγωγής από την Ομάχα, το Οτόε και την Αϊόβα . Η Γκέιλ ήταν επίσης θετή κόρη του εξέχοντος εμπόρου γούνας και πολιτικού της Νεμπράσκα , Πίτερ Α. Σάρπι . Όπως και ο σύζυγός της, η Μαίρη Γκέιλ αυτοπροσδιοριζόταν ως Ομάχα. Αν και καταλάβαινε γαλλικά και αγγλικά, φέρεται να αρνούνταν να μιλήσει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα εκτός από την Ομάχα .
Η Λα Φλες ήταν η νεότερη από τέσσερα κορίτσια, συμπεριλαμβανομένων των αδελφών της Σουζέτ (1854–1903), Ροζαλί (1861–1900) και Μαργκερίτ (1862–1945). Ο μεγαλύτερος ετεροθαλής αδελφός της, Φράνσις Λα Φλες , που γεννήθηκε το 1857 από τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα της, αργότερα έγινε διάσημος εθνολόγος , ανθρωπολόγος και μουσικολόγος (ή εθνομουσικολόγος ), ο οποίος ειδικεύτηκε στη μελέτη των πολιτισμών Ομάχα και Όσατζ . Καθώς μεγάλωνε, η Λα Φλες έμαθε τις παραδόσεις της κληρονομιάς της, αλλά οι γονείς της ένιωθαν ότι ορισμένες τελετουργίες θα ήταν επιζήμιες για τον λευκό κόσμο. Δεν έδωσαν στη Λα Φλες όνομα Ομάχα και την εμπόδισαν να κάνει παραδοσιακά τατουάζ στο μέτωπό της. Μιλούσε Ομάχα με τους γονείς της (ειδικά τη μητέρα της), αλλά ο πατέρας της και η μεγαλύτερη αδελφή της Σουζέτ την ενθάρρυναν να μιλάει αγγλικά με τις αδελφές της, ώστε να μιλάει άπταιστα και τις δύο γλώσσες.
Ως παιδί, η Λα Φλες είδε μια άρρωστη Ινδή να πεθαίνει αφού ένας λευκός γιατρός αρνήθηκε να τη φροντίσει. Αργότερα, απέδωσε αυτή την τραγωδία ως την έμπνευσή της να εκπαιδευτεί ως γιατρός, ώστε να μπορεί να παρέχει φροντίδα στους ανθρώπους με τους οποίους ζούσε στην περιοχή Omaha.
Φοίτησε στο ιεραποστολικό σχολείο στην περιοχή Ομάχα. Αρχικά διοικούνταν από Πρεσβυτεριανούς και στη συνέχεια από Κουάκερους , μετά την ψήφιση της Ειρηνευτικής Πολιτικής του Προέδρου Οδυσσέα Σ. Γκραντ το 1869. Το σχολείο της περιοχής ήταν ένα οικοτροφείο όπου τα παιδιά των ιθαγενών διδάσκονταν τις πρακτικές των Ευρωπαίων Αμερικανών για να τα αφομοιώσουν στην κοινωνία των λευκών.
Μετά από αρκετά χρόνια στο ιεραποστολικό σχολείο, η Λα Φλες έφυγε από την περιοχή για την Ελίζαμπεθ του Νιου Τζέρσεϊ , όπου σπούδασε στο Ινστιτούτο Ελίζαμπεθ για δυόμισι χρόνια. Επέστρεψε στην περιοχή το 1882 και δίδαξε στο σχολείο του πρακτορείου. Έφυγε ξανά για να σπουδάσει στο Ινστιτούτο Χάμπτον στο Χάμπτον της Βιρτζίνια , από το 1884 έως το 1886. Είχε καθιερωθεί ως ιστορικά μαύρο κολέγιο μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο , αλλά εκπαίδευε και ιθαγενείς Αμερικανούς φοιτητές.
Η Λα Φλες φοίτησε στο Χάμπτον με την αδερφή της Μαργκερίτ, τον θετό αδερφό της Κάρι και δέκα άλλα παιδιά από την Ομάχα. Τα κορίτσια έμαθαν οικιακές δεξιότητες και τα αγόρια επαγγελματικές δεξιότητες ως μέρος των πρακτικών δεξιοτήτων που προωθούνταν στο σχολείο.Ενώ η Λα Φλες ήταν μαθήτρια στο Ινστιτούτο Χάμπτον, συνδέθηκε ρομαντικά με έναν νεαρό άνδρα Σιού ονόματι Τόμας Ικινικάπι. Τον αποκαλούσε τρυφερά «TI», αλλά διέκοψε τη σχέση της μαζί του πριν αποφοιτήσει από το Χάμπτον. Η Λα Φλες αποφοίτησε από το Χάμπτον στις 20 Μαΐου 1886, ως η τιμήτρια της τάξης της. Της απονεμήθηκε επίσης το βραβείο Demorest, το οποίο απονέμεται στον τελειόφοιτο που λαμβάνει τις υψηλότερες βαθμολογίες στις εξετάσεις κατά τη διάρκεια του τρίτου έτους.
Αποφάσισε το 1886 να υποβάλει αίτηση στην ιατρική σχολή .
Αν και οι γυναίκες ήταν συχνά θεραπευτές στην ινδιάνικη κοινωνία της Ομάχα, ήταν ασυνήθιστο για τις γυναίκες στις Ηνωμένες Πολιτείες να πηγαίνουν σε ιατρική σχολή και στα τέλη του 19ου αιώνα, μόνο λίγες ιατρικές σχολές δέχονταν γυναίκες. Η Λα Φλες υπέβαλε αίτηση στην ιατρική σχολή το 1886 και έγινε δεκτή στο Γυναικείο Ιατρικό Κολλέγιο της Πενσυλβάνια (WMCP), στη Φιλαδέλφεια , το οποίο είχε ιδρυθεί το 1850 ως μία από τις λίγες ιατρικές σχολές στην ανατολική ακτή για την εκπαίδευση γυναικών.
Ζήτησε οικονομική βοήθεια από την οικογενειακή φίλη Άλις Φλέτσερ , εθνογράφο από τη Μασαχουσέτη , η οποία είχε ένα ευρύ δίκτυο επαφών σε γυναικείες μεταρρυθμιστικές οργανώσεις. Η Λα Φλες είχε βοηθήσει στο παρελθόν τη νοσοκόμα Φλέτσερ να αναρρώσει μετά από μια έξαρση φλεγμονώδους ρευματισμού . Η Φλέτσερ την ενθάρρυνε να απευθυνθεί στον Ινδιάνικο Σύνδεσμο του Κονέκτικατ, ένα τοπικό παράρτημα του Εθνικού Ινδιάνικου Συνδέσμου Γυναικών (WNIA). Ο WNIA επιδίωξε να «εκπολιτίσει» τις ιθαγενείς γυναίκες ενθαρρύνοντας τις βικτωριανές αξίες της οικογενειακής ζωής και χρηματοδότησε υπαλλήλους που είχαν ως καθήκον να διδάξουν στις ιθαγενείς Αμερικανίδες «καθαριότητα» και «ευσέβεια».
Στο WMCP, σπούδασε χημεία , ανατομία , φυσιολογία , ιστολογία , φαρμακευτική επιστήμη , μαιευτική και γενική ιατρική και, όπως και οι συνομήλικοί της, έκανε κλινική εργασία σε εγκαταστάσεις στη Φιλαδέλφεια μαζί με φοιτητές από άλλα κολέγια, άνδρες και γυναίκες. Ενώ φοιτούσε στην ιατρική σχολή, η La Flesche άρχισε να ντύνεται όπως οι λευκοί συμμαθητές της και είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε κότσο όπως έκαναν και εκείνοι.
Μετά το δεύτερο έτος της στην ιατρική σχολή, επέστρεψε σπίτι για να βοηθήσει την οικογένειά της, πολλοί από τους οποίους είχαν αρρωστήσει λόγω επιδημίας ιλαράς . Κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου έτους των σπουδών της, έγραφε επιστολές πίσω στην πατρίδα δίνοντας ιατρικές συμβουλές.
Στις 14 Μαρτίου 1889, αποφοίτησε από την ιατρική ως αριστούχος της τάξης της μετά από τρία χρόνια σπουδών.
Τον Ιούνιο του 1889, υπέβαλε αίτηση για τη θέση της κυβερνητική γιατρού στο Ινδιάνικο Σχολείο του Οργανισμού Omaha. Η θέση της προσφέρθηκε λιγότερο από δύο μήνες αργότερα. Μετά την αποφοίτησή της, έκανε μια περιοδεία ομιλιών κατόπιν αιτήματος της Ένωσης Ινδιάνων του Κονέκτικατ, διαβεβαιώνοντας το λευκό κοινό ότι οι ιθαγενείς Αμερικανοί μπορούσαν να επωφεληθούν από τον λευκό πολιτισμό. Διατήρησε τους δεσμούς της με την Ένωση και μετά την αποφοίτηση από την ιατρική σχολή. Την διόρισαν ως ιατρική ιεραπόστολο στην Omaha μετά την αποφοίτησή της, και η Ένωση χρηματοδότησε την αγορά ιατρικών οργάνων και βιβλίων για εκείνη κατά τα πρώτα χρόνια άσκησης της ιατρικής στη Νεμπράσκα.
Επέστρεψε στην περιοχή Ομάχα το 1889 για να εργαστεί ως γιατρός στο κυβερνητικό οικοτροφείο της περιοχής, το οποίο διοικούνταν από το Γραφείο Ινδιάνικων Υποθέσεων . Εκεί, ήταν υπεύθυνη για τη διδασκαλία της υγιεινής στους μαθητές και τη διατήρησή της υγείας τους.
Αν και δεν ήταν υποχρεωμένη να φροντίζει την ευρύτερη κοινότητα, το σχολείο ήταν πιο κοντά σε πολλούς ανθρώπους από το επίσημο γραφείο κρατήσεων, και φρόντιζε πολλά μέλη της κοινότητας καθώς και τα παιδιά του σχολείου. Συχνά είχε 20ωρη εργασία την ημέρα και ήταν υπεύθυνη για τη φροντίδα πάνω από 1.200 ατόμων. Από το γραφείο της σε μια γωνιά της σχολικής αυλής, με τα εφόδια που παρείχε ο Ινδιάνικος Σύλλογος του Κονέκτικατ, βοηθούσε τους ανθρώπους με την υγεία τους αλλά και με πιο καθημερινές εργασίες, όπως η σύνταξη επιστολών και η μετάφραση επίσημων εγγράφων
Ήταν ευρέως έμπιστη στην κοινότητα, πραγματοποιώντας κατ' οίκον επισκέψεις και φροντίζοντας ασθενείς που έπασχαν από φυματίωση , γρίπη , χολέρα , δυσεντερία και τράχωμα . Το πρώτο της γραφείο, το οποίο είχε διαστάσεις 3,5 επί 4,5 μέτρα, χρησίμευε και ως χώρος συναντήσεων της κοινότητας.
Για αρκετά χρόνια, ταξίδευε στην περιοχή φροντίζοντας ασθενείς, με κρατικό μισθό 500,00 δολαρίων ετησίως, επιπλέον των 250 δολαρίων από την Εθνική Ένωση Ινδιάνων Γυναικών για το έργο της ως ιατρική ιεραπόστολος.
Τον Δεκέμβριο του 1892, αρρώστησε βαριά και παρέμεινε κατάκοιτη για αρκετές εβδομάδες. Το 1893, πήρε άδεια για να φροντίσει την άρρωστη μητέρα της και επίσης για να αποκαταστήσει την υγεία της. Παραιτήθηκε αργότερα εκείνο το έτος για να φροντίσει την ετοιμοθάνατη μητέρα της.
Το 1894, γνώρισε και αρραβωνιάστηκε τον Χένρι Πικότ, έναν Ινδιάνο Σιού από το πρακτορείο Γιάνκτον. Είχε παντρευτεί στο παρελθόν και είχε χωρίσει με τη σύζυγό του. Πολλοί από τους φίλους και την οικογένεια της φέρεται να εξεπλάγησαν από το ειδύλλιο, αλλά οι δυο τους παντρεύτηκαν τον Ιούνιο του 1894.
Απέκτησαν δύο γιους: την Κάρυλ, γεννημένη το 1895 ή το 1896, και τον Πιερ, γεννημένο στις αρχές του 1898. Συνέχισε να ασκεί την ιατρική μετά τη γέννηση των παιδιών της, βασιζόμενη στην υποστήριξη του συζύγου της για να καταστεί αυτό δυνατό. Το ιατρείο της αντιμετώπιζε ασθενείς τόσο από την Ομάχα όσο και λευκούς στην πόλη Μπάνκροφτ και τις γύρω κοινότητες. Εάν χρειαζόταν, έπαιρνε μαζί της ακόμη και τα παιδιά της σε κατ' οίκον επισκέψεις.
Εκτός από τη φροντίδα των άμεσων ιατρικών προβλημάτων των κατοίκων της Ομάχα, προσπάθησε να εκπαιδεύσει την κοινότητά της σχετικά με την προληπτική ιατρική και άλλα ζητήματα δημόσιας υγείας, συμπεριλαμβανομένης της εγκράτειας . Ο αλκοολισμός ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα στην περιοχή της Ομάχα, και ένα προσωπικό πρόβλημα για την ίδια: ο σύζυγός της, Χένρι, ήταν αλκοολικός. Λευκοί επιχειρηματίες χρησιμοποιούσαν αλκοόλ για να εκμεταλλευτούν τις περιοχές της Ομάχα ενώ έκλειναν συμφωνίες γης. Ως γιατρός στην περιοχή και εξέχον μέλος της κοινότητας, γνώριζε καλά τη ζημιά που προκαλούσαν τέτοιες πρακτικές. Υποστήριζε μέτρα όπως ο εξαναγκασμός και η τιμωρία για να αποτρέψει τα άτομα από την κατανάλωση αλκοόλ εντός της κοινότητας της Ομάχα. Υπό την κυριαρχία του πατέρα της, εγκαθιδρύθηκε ένα μυστικό αστυνομικό σύστημα που υποστήριζε τη σωματική τιμωρία για την πειθαρχία όσων κατανάλωναν αλκοόλ.
Αγωνίστηκε κατά της κατανάλωσης αλκοόλ, δίνοντας διαλέξεις για τις αρετές της εγκράτειας και υιοθετώντας επίσης καταναγκαστικές προσπάθειες, όπως η ποτοαπαγόρευση . Στις αρχές της δεκαετίας του 1890, αγωνίστηκε για έναν νόμο περί απαγόρευσης στην κομητεία Θέρστον , ο οποίος δεν πέρασε, εν μέρει επειδή ορισμένοι έμποροι οινοπνευματωδών ποτών εκμεταλλεύτηκαν τους αναλφάβητους Ομάχα δίνοντάς τους ψηφοδέλτια με την ένδειξη «Ενάντια στην ποτοαπαγόρευση». Άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι οι ιθαγενείς άνδρες δωροδοκήθηκαν με αλκοόλ από λευκούς άνδρες. Αργότερα, άσκησε πιέσεις για το νομοσχέδιο Meilklejohn, το οποίο θα απαγόρευε την πώληση αλκοόλ σε οποιονδήποτε αποδέκτη παραχωρημένης γης του οποίου η περιουσία εξακολουθούσε να κατέχεται από την κυβέρνηση. Το νομοσχέδιο Meilklejohn έγινε νόμος τον Ιανουάριο του 1897, αλλά αποδείχθηκε σχεδόν αδύνατο να εφαρμοστεί.
Συνέχισε να αγωνίζεται κατά του αλκοόλ για το υπόλοιπο της ζωής της και όταν η θρησκεία των πεγιότ έφτασε στον καταυλισμό της Ομάχα στις αρχές του 1900, σταδιακά την αποδέχτηκε ως μέσο καταπολέμησης του αλκοολισμού, καθώς πολλά μέλη της θρησκείας των πεγιότ κατάφεραν να επανασυνδεθούν με τις πνευματικές τους παραδόσεις και να απορρίψουν τις αλκοολικές φιλοδοξίες.
Πέρα από την εγκράτεια, εργάστηκε σε θέματα δημόσιας υγείας στην ευρύτερη κοινότητα, συμπεριλαμβανομένης της σχολικής υγιεινής, της υγιεινής των τροφίμων και των προσπαθειών για την καταπολέμηση της εξάπλωσης της φυματίωσης. Υπηρέτησε στο υγειονομικό συμβούλιο της πόλης Γουόλθιλ και ήταν ιδρυτικό μέλος της Ιατρικής Εταιρείας της Κομητείας Θέρστον το 1907.
Ήταν επίσης πρόεδρος της επιτροπής υγείας της πολιτείας της Ομοσπονδίας Γυναικείων Συλλόγων της Νεμπράσκα κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Ως πρόεδρος, ηγήθηκε των προσπαθειών για την εκπαίδευση του κόσμου σε θέματα δημόσιας υγείας, ιδιαίτερα στα σχολεία, πιστεύοντας ότι το κλειδί για την καταπολέμηση των ασθενειών ήταν η εκπαίδευση. Από την εποχή που σπούδαζε στην ιατρική σχολή και μετά, αγωνίστηκε επίσης για την κατασκευή ενός νοσοκομείου στην περιοχή. Τελικά ολοκληρώθηκε το 1913 και αργότερα ονομάστηκε προς τιμήν της. Αυτό ήταν το πρώτο ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο νοσοκομείο σε περιοχή.
Η πιο σημαντική σταυροφορία της ήταν κατά της φυματίωσης, η οποία σκότωσε εκατοντάδες κατοίκους της Ομάχα, συμπεριλαμβανομένου του συζύγου της Χένρι το 1905. Το 1907, έγραψε στο Γραφείο των Ινδιάνων για να προσπαθήσει να τους πείσει να βοηθήσουν, αλλά την απέρριψαν, κατηγορώντας την έλλειψη χρηματοδότησης. Επειδή δεν υπήρχε ακόμη διαθέσιμη θεραπεία, η Πικότ υποστήριξε την καθαριότητα, τον καθαρό αέρα και την εξάλειψη των οικιακών μυγών , οι οποίες πιστεύεται ότι ήταν οι κύριοι φορείς της φυματίωσης.
Η προθυμία της να εμπλακεί σε πολιτική δράση επεκτάθηκε και σε τομείς πέρα από τη δημόσια υγεία. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, έγινε ολοένα και πιο ενεργή στις εκστρατείες κατά της παράτασης της περιόδου εμπιστοσύνης για την Ομάχα. Ήταν εκπρόσωπος του Υπουργού Εσωτερικών, διαμαρτυρόμενη για τις αλλαγές στην εποπτεία της Ομάχα.
Το ζήτημα της κατανομής γης επανήλθε όταν ο σύζυγος της Πικότ, Χένρι, πέθανε το 1905. Άφησε περίπου 185 στρέμματα γης στη Νότια Ντακότα σε αυτήν και τους δύο γιους τους, τον Πιερ και την Κάρυλ, αλλά είχαν προκύψει επιπλοκές στην διεκδίκηση και την πώλησή της. Κατά τη στιγμή του θανάτου του Χένρι, η γη εξακολουθούσε να φυλάσσεται σε καταπίστευμα από την κυβέρνηση και, για να λάβουν τα χρήματα από την πώλησή της, οι κληρονόμοι του έπρεπε να αποδείξουν την ικανότητά τους . Οι ανήλικοι, όπως οι γιοι της , έπρεπε να έχουν έναν νόμιμο κηδεμόνα που μπορούσε να αποδείξει την ικανότητά τους εκ μέρους τους.
Η διαδικασία απόκτησης των οφειλόμενων χρημάτων ήταν μακρά και επίπονη, και έπρεπε να στέλνει επιστολές μετά επιστολές στο Γραφείο των Ινδιάνων για να την αναγνωρίσουν ως ικανό άτομο, προκειμένου να λάβει το μερίδιό της από την κληρονομιά, το οποίο ο RJ Taylor, ο εκπρόσωπος στην περιοχή Γιάνκτον, της παραχώρησε τελικά το 1907, σχεδόν δύο χρόνια μετά τον θάνατο του συζύγου της. Ωστόσο, η απόκτηση της κληρονομιάς των παιδιών της αποδείχθηκε πιο δύσκολη. Ένας άλλος συγγενής, ο Peter Picotte, ήταν ο νόμιμος κηδεμόνας της γης των γιων της, επειδή βρισκόταν σε άλλη πολιτεία, αλλά αρνήθηκε να συναινέσει στην πώληση της γης.
Απάντησε βομβαρδίζοντας τον Επίτροπο Λούπ, επικεφαλής του Γραφείου των Ινδιάνων, με επιστολές, παρουσιάζοντας τον Πίτερ Πικότ ως μεθυσμένο και τον Ρ.Τ.Τέιλερ ως αδιάλλακτο και ανίκανο, ενώ παράλληλα ισχυριζόταν ότι ήταν η καλύτερη διαχειρίστρια των χρημάτων των γιων της. Αυτή τη φορά, οι επιστολές της τράβηξαν την προσοχή και το Γραφείο των Ινδιάνων της απάντησε εντός μιας εβδομάδας από τις αρχικές επιστολές, ενημερώνοντάς την ότι η Τέιλορ είχε διαταχθεί να αγνοήσει τις αντιρρήσεις του Πίτερ Πικότ.
Επένδυσε αυτά τα χρήματα σε ενοικιαζόμενα ακίνητα και μπόρεσε να χρησιμοποιήσει αυτό το εισόδημα για να στηρίξει τον εαυτό της και τους γιους της. Αυτό, ωστόσο, δεν ήταν το τέλος των συγκρούσεών της με τη γραφειοκρατία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Τα παιδιά της κληρονόμησαν γη από ορισμένους συγγενείς του συζύγου της, τη φυλή Σιού , και μπήκε σε μια ακόμη μάχη με τη γραφειοκρατία , η οποία έληξε θετικά το 1908.
Κάνοντας αυτή τη δουλειά, άρχισε να συνειδητοποιεί και να εξοργίζεται ολοένα και περισσότερο για την απάτη γης που διέπραξε ένα συνδικάτο ανδρών στην περιοχή της Ομάχα και γύρω από αυτήν. Επικεντρώθηκε στο συνδικάτο, το οποίο αποτελούνταν από τρεις λευκούς και δύο άνδρες από την Ομάχα που εξαπατούσαν ανηλίκους από τις κληρονομιές τους. Σε μια παράξενη ανατροπή, η Πικότ, η οποία είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής της διακηρύσσοντας ότι η Ομάχα είχε την ίδια ικανότητα για «πολιτισμό» με οποιονδήποτε λευκό άνδρα, έγραψε στο Γραφείο των Ινδιάνων το 1909 για να πει ότι ορισμένοι από τον λαό της ήταν πολύ ανίκανοι για να προστατευτούν από τους απατεώνες και ως εκ τούτου χρειάζονταν τη συνεχή κηδεμονία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το 1910, ταξίδεψε στην Ουάσινγκτον για να μιλήσει με αξιωματούχους του Γραφείου Ινδιάνικων Υποθέσεων (OIA) και τους είπε ότι, αν και οι περισσότεροι κάτοικοι της Ομάχα ήταν απόλυτα ικανοί να διαχειριστούν τις δικές τους υποθέσεις, το Γραφείο Ινδιάνων είχε καταπνίξει την ανάπτυξη επιχειρηματικών δεξιοτήτων και γνώσεων για τον λευκό κόσμο μεταξύ των Ινδιάνων και, ως εκ τούτου, η ανικανότητα μιας μειονότητας της Ομάχα ήταν, στην πραγματικότητα, λάθος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Αυτό το επιχείρημα ήταν το αποτέλεσμα των εκστρατειών της κατά της ενοποίησης των πρακτορείων της Ομάχα και του Γουινεμπάγκο , η οποία είχε προταθεί το 1904 και αναβιώθηκε το 1910. Συμμετείχε σε ένα κίνημα μεταξύ των κατοίκων της Ομάχα που αντιτίθετο σε αυτή την ενοποίηση και χρησιμοποίησε επιστολές και αυστηρά επικριτικά άρθρα εφημερίδων για να μεταφέρει το επιχείρημά της στη γραφειοκρατία της OIA.Υποστήριξε ότι η περιττή γραφειοκρατία που δημιουργήθηκε από την ενοποίηση δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα επιπλέον βάρος για την Ομάχα και αποτελούσε περαιτέρω απόδειξη ότι η OIA τους αντιμετώπιζε σαν παιδιά, αντί για πολίτες έτοιμους να συμμετάσχουν σε μια δημοκρατία. Συνέχισε να εργάζεται για λογαριασμό της κοινότητάς της μέχρι το τέλος της ζωής της, αν και πολλά από αυτά φαινόταν μάταια, καθώς ο λαός της έχασε πολλά από τα προγονικά του εδάφη και έγινε περισσότερο, όχι λιγότερο, εξαρτημένος από την OIA.
Υπέφερε για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της από χρόνια ασθένεια. Στην ιατρική σχολή, την ενοχλούσαν δυσκολίες στην αναπνοή και, μετά από λίγα χρόνια εργασίας στον καταυλισμό, αναγκάστηκε να κάνει ένα διάλειμμα για να ανακτήσει την υγεία της το 1892, καθώς υπέφερε από χρόνιο πόνο στον αυχένα, το κεφάλι και τα αυτιά της. Ανάρρωσε, αλλά αρρώστησε ξανά το 1893, αφού μια πτώση από το άλογό της την άφησε με σοβαρούς εσωτερικούς τραυματισμούς. Με την πάροδο του χρόνου, η πάθηση της , την προκάλεσε κώφωση.
Καθώς γερνούσε, η υγεία της επιδεινώθηκε και όταν χτίστηκε το νέο νοσοκομείο κράτησης στο Γουόλθιλ το 1913, ήταν πολύ αδύναμη για να είναι η μόνη διαχειρίστριά του. Στις αρχές Μαρτίου 1915, υπέφερε πολύ και πέθανε από καρκίνο των οστών στις 18 Σεπτεμβρίου 1915. Την επόμενη μέρα, τελέστηκαν λειτουργίες τόσο από την Πρεσβυτεριανή Εκκλησία όσο και από το Τμήμα Αμέθυστου του Τάγματος του Ανατολικού Αστέρα . Είναι θαμμένη στο Κοιμητήριο Μπάνκροφτ, Μπάνκροφτ της Νεμπράσκα κοντά στον σύζυγό της, τον πατέρα της, τη μητέρα της, τις αδελφές της και τον ετεροθαλή αδελφό της.
Οι γιοι της συνέχισαν να ζουν μια πλήρη ζωή. Η Κάρυλ Πικότ έκανε καριέρα στον Στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών και υπηρέτησε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τελικά εγκαταστάθηκε στο Ελ Καχόν της Καλιφόρνια . Ο Πιερ Πικότ έζησε στο Γουόλθιλ της Νεμπράσκα για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και μεγάλωσε μια οικογένεια με τρία παιδιά.
Στην καριέρα της, εξυπηρέτησε πάνω από 1.300 ασθενείς σε μια περιοχή 450 τετραγωνικών μιλίων.
Το νοσοκομείο-καταφύγιο στο Γουόλθιλ της Νεμπράσκα , που τώρα λειτουργεί ως κοινοτικό κέντρο, πήρε το όνομά του από τον Πικότ και ανακηρύχθηκε Εθνικό Ιστορικό Ορόσημο το 1993. Το νοσοκομείο έχει επίσης ονομαστεί ένα από τα 11 πιο απειλούμενα μέρη του 2018 από το Εθνικό Ίδρυμα. Βρίσκονται σε εξέλιξη εργασίες για την άντληση κεφαλαίων για την αποκατάστασή του.
Ένα δημοτικό σχολείο στη δυτική Ομάχα της Νεμπράσκα πήρε το όνομά του από τον Πικότ.
Στις 17 Ιουνίου 2017, στην 152η επέτειο από τη γέννησή της, η Google κυκλοφόρησε ένα Google Doodle προς τιμήν της Picotte.
Το 2018, μια προτομή του Πικότ εγκαινιάστηκε στο Κέντρο Μεταφορών Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ στο Σιού Σίτι.
Το 2019, ένα άγαλμα της La Flesche αφιερώθηκε ως μέρος του Πάρκου Κληρονομιάς του Πανεπιστημίου Hampton.
Στις 11 Οκτωβρίου 2021, την πρώτη επίσημα αναγνωρισμένη Ημέρα των Αυτόχθονων Λαών της Νεμπράσκα, ένα χάλκινο γλυπτό της Πικότ, έργο του Μπέντζαμιν Βίκτορ, αποκαλύφθηκε από τους απογόνους της στο εμπορικό κέντρο Centennial Mall του Λίνκολν. Η Τζούντι Γκαϊασκιμπός (εθνική ηγέτιδα σε θέματα ιθαγενών Αμερικανών) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη της κληρονομιάς της Πικότ και στη δημιουργία του γλυπτού.
Η συλλογή Μαθηματικά για Κυρίες της ποιήτριας Τζέσι Ράνταλ για το 2022 περιλαμβάνει ένα ποίημα προς τιμήν του Πικότ.
Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026
Τασούλα Κουρκουμέλη
Η Τασούλα ή Παπαδιά Κουρκουμέλη, ήταν αγωνίστρια της επανάστασης του 1821 από το Αιτωλικό.
Η Τασούλα ήταν κόρη του Ιωάννη Κουρκουμέλη και αδελφή του μετέπειτα βουλευτή Κωνσταντίνου Κουρκουμέλη και αρραβωνιασμένη με κάποιον Τσερέπη .
Όταν ο Ιμπραήμ Πασάς πολιορκεί το Μεσολόγγι κινείται και για την κατάληψη του Αιτωλικού. Οι κάτοικοι έρχονται σε συμφωνία με τον Ιμπραήμ που δέχεται να αποχωρήσουν. Η Τασούλα όμως κρατήθηκε από τον Ιμπραήμ για το χαρέμι του στο Κάιρο όπου κατέληξε. Η οικογένειά της έπειτα από λίγα χρόνια την αναζήτησε στο Κάιρο χωρίς αποτέλεσμα από αυτό το γεγονός βγήκε και το συμπέρασμα ότι αυτοκτόνησε.
Η τοπική λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι η συμφωνία έλεγε "όλοι πλην ενός", κατά την έξοδο των κατοίκων ένας Αλβανός βλέπει την όμορφη Τασούλα και φωνάζει "αυτή", έτσι επιλέγει την Τασούλα. Η παράδοση λέει ότι η Τασούλα αυτοκτόνησε έπειτα με το γιαταγάνι του Ιμπραήμ.
Η παράδοση του Αιτωλικού και η εξαιρεθείσα κόρη (Τασούλα Ι. Κουρκουμέλη 1826)
Τρία χρόνια μετά την παράδοση του Αιτωλικού και την αιχμαλωσία της Τασούλας από τον Ιμπραήμ, 1 Απριλίου 1829, η μάνα της Τασούλας, η Μαγιούλα, σύζυγος τότε του Κωνσταντίνου Τζάλλα, με επιστολή της από την Πάτρα προς τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια, ζητά να δείξει «το σύνηθες και φιλεύσπλαχνον ίλεός του» και να ελευθερώσει την κόρη από τον Ιμπραήμ πασά. Πρόσφυγας στην Πάτρα η μητέρα απευθύνει την επιστολή προς τον περιοδεύοντα τότε εκεί Κυβερνήτην Ι. Καποδίστρια. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ. Γενική Γραμματεία, Φ.Α.Κ. 194) βρήκαμε την επιστολή. Μεταφέρω τα γραφόμενα:
«Εξοχότατε και Σεβαστέ ημών Κυβερνήτα,
Μετά την πτώσιν του Ανατολικού, ότε επαραδόθημεν εις χείρας των Τούρκων, και μας εμβαρκάρησαν εις ταις λάντζαις των δια να μας εμβγάλουν έξω εις την ξηράν, τότε αιφνιδίως μου ήρπασαν την θυγατέραν μου Τασούλα, και την έχει σήμερον ο Ιμπραήμ πασάς. Όθεν θερμώς και μετά δακρύων παρακαλώ την Εξοχότητά σας, οπού εάν είναι δυνατόν να δείξητε και προς εμέ το σύνηθες και φιλεύσπλαχνον ίλεός σας να μου την ελευθερώσητε. Εύελπις δε μένω με βαθύτατον σέβας.
Τη 1η Απριλίου, 1829. Παλαιά Πάτρα.
Η ταπεινή δούλη σας
Εξ Ανατολικού
Μαγιούλα Γυνή Κωνσαντίνου Τζάλλα, Ανατολικιώτου
Μετά μία εβδομάδα, 7 Απριλίου, ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, επίσης από την Πάτρα, σημειώνει στο πίσω μέρος της επιστολής να ειδοποιηθεί η ενδιαφερόμενη, η Μαγιούλα, παρά του προσωρινού Διοικητού Πατρών, ότι η Κυβέρνηση θα πράξει το κατά δύναμη για την απελευθέρωση της θυγατρός της, αλλά, πρόσθετε, να γνωστοποιηθούν στην Κυβέρνηση το όνομα, το επώνυμο και όποιο άλλο περιστατικό σχετικά με την αναφορά.
Ο προσωρινός Διοικητής Πατρών Α. Αξιώτης, ύστερα από σχετικές ενέργειές του πληροφορεί την Κυβέρνηση ότι: « η κόρη Τασιούλα ονομάζεται συγχρόνως και Παπαδιά και ότι ο πατέρας της ονομάζεται Γιαννάκης Κουρκουμέλης…».
Παραθέτω τα δύο ενδιαφέροντα Οπισθόγραφα στην Επιστολή :
α. «Αρ.14678. Ας ειδοποιηθή η αναφερομένη παρά του Προσωρινού Διοικητού της Επαρχίας Πατρών ότι η Κυβέρνησις θέλει πράξη τα κατά δύναμιν δια να προσπαθήση την απελευθέρωσιν της θυγατρός της, και ας βαλθή υπ’ όψιν της Κυβερνήσεως χάριν τούτου το όνομα, το επώνυμόν της, και τι άλλο περιστατικό της παρούσης αναφοράς.
Εν Πάτραις, 7 Απριλίου 1829
Ο Κυβερνήτης
Ι. Α. Καποδίστριας
β. «Η κόρη Τασούλα ονομάζεται συγχρόνως και Παπαδιά. Ο πατήρ της κόρης ωνομάζετο Γιαννάκης Κουρκουμέλης, εξ Ανατολικού. Η κόρη αύτη έχει νυν ηλικίαν χρόνων δεκαοχτώ. Ηχμαλωτίσθη εις την πτώσιν του Αιτωλικού και ευρίσκεται ήδη εις Αλεξάνδρειαν παρά τω Ιμπραήμ Πασά.
Ο Προσωρινός Διοικητής
Α. Αξιώτης».
Η επιστολή της μάνας προς τον Κυβερνήτη με την επίκληση στο έλεός του, «το σύνηθες και φιλεύσπλαχνον ίλεός του», φανερώνει τη μητρική αγάπη και την ελπίδα για την ανεύρεση και επαναπατρισμό της κόρης της. Η ίδια ελπίζει ότι η Τασούλα ζει αιχμάλωτη στην Αίγυπτο και πιστεύει ότι με τη μεσολάβηση του Κυβερνήτη θα επιστρέψει. Γεγονός που συνέβη με πολλούς αιχμαλώτους. Η μάνα δεν έχει υπόψη της τα περί αυτοκτονίας. Γνωρίζει την αιχμαλωσία της Τασούλας. Και ως μάνα ελπίζει ότι το παιδί της ζει.
Από την άλλη πλευρά είναι δεδομένο «το φιλεύσπλαχνον έλεος» του Ι. Καποδίστρια προς τις χήρες και τα ορφανά και τους αιχμαλώτους του πολέμου. Γεγονός που ενδυναμώνει την ελπίδα της Αιτωλικιώτισσας μάνας ότι το ενδιαφέρον του Κυβερνήτη θα είναι άμεσο.
Φαίνεται ότι υπάρχει άμεση ανταπόκρισή του, που ζητάει με σημειώσεις στο πίσω μέρος της επιστολής, να δωθούν τα ακριβή στοιχεία της αιχμάλωτης κόρης τα οποία απαιτούνται για να συνεχιστεί η έρευνα προς εντοπισμό και σωτηρία της. Τα στοιχεία συμπληρώνονται από τον Προσωρινό Διοικητή της Πάτρας Α. Αξιώτη. Η μάνα της Μαγιούλα Κουρκουμέλη, μετά το θάνατο του άνδρα της ήρθε σε δεύτερο γάμο με τον Κ. Τζάλλα από το Αιτωλικό. Γι’ αυτό υπογράφει με το επώνυμο του Τζάλλα.


