Πηγές:https://www.tromaktiko.gr/111141/alfito-i-thea-pou-edose-to-onoma-tis-stin-anglia/
Εικάζεται ότι επρόκειτο για ιστορικό πρόσωπο, πολύ άσχημη γυναίκα ή γριά, η οποία, αντί να χρησιμοποιεί το συνηθισμένο ψιμύθιο (πούδρα) των γυναικών, πασπάλιζε το πρόσωπό της με αλεύρι από κριθάρι (άλφιτα) για να φαίνεται άσπρο και όμορφο και η ίδια να φαίνεται νεαρότερη και ομορφότερη. Στη πραγματικότητα επιτύγχανε το αντίθετο τρομάζοντας τους περαστικούς. Έτσι στην λαϊκή συνείδηση και μνήμη έμεινε ως ένα παροιμιώδες φόβητρο των μικρών άτακτων παιδιών. Είναι όμως αυτή η αρχή του μύθου; Άραγε πως συνδέεται η Αλφιτώ με την Σαμοθράκη τα νερά της Στύγας την λέπρα και εν τέλει με την Γηραιά Αλβιώνα, δηλαδή την Μεγάλη Βρετανία; Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι.
Μας λέει ο Ρ.Γκρέιβς στο βιβλίο του Λευκή θεά: “Οι Ιέρειες της Λευκής Θεάς στην αρχαία εποχή είναι πιθανόν να λεύκαιναν τα πρόσωπά τους με κιμωλία κατά μίμηση του λευκού δίσκου της Σελήνης. Είναι πιθανόν στη Σαμοθράκη, ξακουστή για τα Μυστήρια της Λευκής Θεάς, να παίρνει το όνομά της από τη φολιδωτή λέπρα, διότι είναι γνωστό ότι σαμο- σημαίνει λευκό και ότι η λέξη στα αρχαία γοϊδελικά γι’ αυτό το είδος της λέπρας ήταν σαμοθρούσκ. Από τη μία είναι η ευχάριστη λευκότητα της μαργαριτώδους κριθής ή του γυναικείου σώματος ή του γάλακτος ή του απάτητου χιονιού, από την άλλη είναι η φριχτή λευκότητα του πτώματος ή ενός φάσματος ή της λέπρας.
Εξ αυτού, στο Λευιτικόν ΙΔ΄ 10, η ευχαριστήρια προσφορά του λεπρού μετά την ίασή του, που αρχικά πληρωνόταν στη Μητέρα-θεά, ήταν μία ποσότητα κριθαλεύρου.

Η Αλφιτώ, συνδυάζει τούτες τις έννοιες: διότι αλφός είναι η λευκή λέπρα, αυτή που μοιάζει με λεύκη και προσβάλλει κυρίως το πρόσωπο, και άλφιτον είναι
το κριθάλευρο, και η Αλφιτώ ζούσε στις κορφές των γκρεμών της Νώνακρης
σε αιώνιο χιόνι”. Ο Παυσανίας στο βιβλίο Αρκαδικά [8] 17, 6 – 18, 3
γράφει:
“Προχωρώντας κανείς από τον Φενεό προς δυσμάς, αν πάρει ένα δρόμο
προς τα αριστερά, πηγαίνει στον Κλειτορα ενώ προς τα δεξιά στη Νώνακρη
και το Ύδωρ της Στυγός. Η Νώνακρις τον πολύ παλιό καιρό ήταν μια
αρκαδική πολίχνη που είχε πάρει το όνομά της από την σύζυγο του Λυκάονα.
Επί των ημερών μας υπάρχουν μόνο ερείπια, και από αυτά, τα περισσότερα,
όχι πια εμφανή. Όχι μακριά από τα ερείπια υπάρχει ψηλός γκρεμός. Δεν
ξέρω τίποτε άλλο με τόσο μεγάλο ύψος. Πάνω από τον γκρεμό στάζει νερό
που οι Έλληνες το λένε Ύδωρ της ΣΤΥΓΟΣ“.
Και συνεχίζει:
“Ο Παυσανίας συνδέει τη λέπρα με την πόλη Λέπρεον που βρισκόταν στον
ποταμό Αλφειό στην περιοχή της Τριφυλίας, η οποία υπήρξε αποικία λεπρών
που ιδρύθηκε από μία θεά ονόματι Λεπρέα. Αργότερα, τέθηκε υπό την
προστασία του «Διός της Λεύκας» ή «Διός Λευκέου» διότι άλλη ονομασία για
τη λέπρα είναι λεύκη, που σημαίνει επίσης το ομώνυμο δέντρο. Στο Λέπρεο
επίσης υπήρχε ναός της Δήμητρας χτισμένος με ωμές πλήθες, όταν πέρασε
από εκεί ο Παυσανίας δεν υπήρχε κάποιο άγαλμα ή ιερό μέσα.
Τα λευκά τριφύλλια που αναφύονται όπου πατάει η Έρωτας-θεά Όλουεν
(κέλτικη θεότητα) μπορούν να περιγραφούν ως «λευκά σαν λέπρα». Και
μπορούμε να υποθέσουμε ότι η λεύκα που εξακολουθεί να φυτρώνει στην
κοιλάδα της Στυγός, ήταν φυλαχτό ενάντια σε κάθε μορφής λέπρα: διότι
albus και albulus στα λατινικά έχουν όλες τις σημασίες του ελληνικού
αλφός, όπου χρησιμοποιείται και για το χρώμα του προσώπου των λεπρών. (λευκός, υπόλευκος ή αυτός που έχει λευκές κηλίδες)”.
Η λέπρα θεωρείτο για πολλά χρόνια ένα είδος τιμωρίας από τον θεό για την έκλυτη ζωή που πιθανώς είχε ο ασθενής. Μια νόσος ενοχική. Πίστευαν πως προκαλείται από τις αμαρτίες και χρόνια πριν ασχοληθεί η επιστήμη με την νόσο, ο ιερέας ήταν αυτός που έκανε την διάγνωση και όχι ο γιατρός. Ήταν παραδεκτό ότι η λέπρα μπορούσε να φτάσει σε ένα στάδιο κατά το οποίο δεν ήταν μεταδοτική. Όταν απλωνόταν σε ολόκληρο το σώμα, με αποτέλεσμα να γίνει αυτό όλο λευκό, και δεν φαινόταν πουθενά ζωντανή σάρκα, αυτό ήταν σημείο ότι η δράση της ασθένειας είχε τελειώσει και ότι είχαν απομείνει μόνο τα σημάδια του καταστροφικού της έργου. Eναι η αναισθητική λέπρα, η οποία αποκαλείται ενίοτε λευκή λέπρα. Προσβάλλει τα περιφερικά νεύρα. Το δέρμα μπορεί να πονάει με την αφή, μπορεί όμως και να γίνει αναίσθητο ένα λευκό εξάνθημα στο δέρμα μπορεί να έκανε τις τρίχες λευκές και μπορεί να εμφανιζόταν στο εξάνθημα το κρέας της σάρκας.
Η λέξη ἀλφὸς συνδέεται ετυμολογικά με την ρίζα *al– «λευκός, στιλπνός» και είναι συγγενής με τα λατ. albus, ουμβρ. alfu. Τόσο στην αρχαία όσο και στη νέα Ελληνική η λέξη ἀλφὸς περιορίστηκε στη σημασία του «υπόλευκος», ενώ για τη σημασία του «λευκός» χρησιμοποιήθηκε η λέξη λευκός.
Παρεκτεταμένη –με πρόσφυμα –d— μορφή της αρχικής ρίζας *al– χρησιμοποιήθηκε στη Γερμανική και τη Σλαβική για να δηλώσει τον «κύκνο» (albiz, lebedĭ). Σε παρεκτεταμένη μορφή της ρίζας *al–σε *albh– (ελλην. αλφ-) ανάγονται πλην του ἀλφὸς και ονόματα ποταμών Αλφειός, λατ. Albula, Albis. Με τη λέξη ἀλφὸς συνδέεται πιθ. και η λέξη Alpes (Άλπεις, όρη) από τηλευκότητα του χιονιού που τις σκεπάζει. Το στοιχείο –bh– (πρβλ. ελλην. –φ-) εμφανίζεται επίσης σε επίθετα που δηλώνουν γενικά χρώμα (πρβλ. ομηρικό ἄργυφος «λευκός». Οι Άλπεις λόγω του χιονιού και ο Αλφειός λόγω του αφρού των υδάτων του.
Λίγο πιο κάτω αναφέρει πάλι ο συγγραφέας:
“Όταν ο Eύανδρος κατ έφτασε στην Ιταλία από την Αρκαδία, έφερε το
όνομα του ποταμού Αλφειού μαζί του: Albula ήταν το παλιό όνομα του
Τίβερη, μολονότι τα κίτρινα νερά του μπορούσαν να του έχουν δώσει το
όνομα «Ξάνθος» ή «Flavus», εάν δεν προστάτευε η Λευκή Θεά την
μετανάστευση.
Ο μύθος της καταδίωξης της Άρτεμης από τον Αλφειό ποταμό φαίνεται να
πλάστηκε με πρότυπο την απελπισμένη καταδίωξη της Αρεθούσας από τον
ίδιο, όταν εκείνη μεταμορφώθηκε σε πηγή και εκείνος σε ποταμό (Παυσανίας
Ε 7, 2) και έχει ενδεχομένως επινοηθεί για να εξηγήσει τον γύψο με τον
οποίο οι ιέρειες της Αρτέμης Αλιείας στους Λετρίνους και στην Ορτυγία
έβαφαν τα πρόσωπά τους προς τιμήν της Λευκής θεάς. Το πλέον φημισμένο
άγαλμα στην Αθήνα της Άρτεμης είχε το προσωνύμιο “Λευκοφρύνη”.
Οι πενήντα Δαναΐδες εμφανίζονται και στην ιστορία της πρώιμης Βρετανίας. Σύμφωνα με θρύλο που διέσωσε ο Νένιος, η Βρετανία έλκει το αρχαιότερο όνομά της Αλβιών, με το οποίο είναι γνωστή στον Πλίνιο, από την Αλβίνα, «Λευκή Θεά», τη μεγαλύτερη των Δαναΐδων Νυμφών.
Το όνομα Αλβίνα – παραλλαγμένο δόθηκε στον ποταμό Έλβα, στα λατινικά Albis, και παραπέμπει στις γερμανικές λέξεις Elven, «αερικά», Alp, «εφιάλτης» και Apdrücken, «στοιχείο ή δαίμονας» – συνδέεται με τα ελληνικά αλφός, «υπόλευκη λέπρα» (albus στα λατινικά), άλφιτον, «πλιγούρι από κριθάρι», και Αλφιτώ, η «Λευκή Θεά», η οποία κατά την Κλασσική Εποχή είχε εκφυλιστεί σε απλό μπαμπούλα για τα παιδιά, αλλά αρχικά φαίνεται ότι ήταν η Κριθαρο-θεά των Δαναών στο Άργος. Ο Σερ Τζέιμς Φρέιζερ εκτιμά ότι είναι είτε η Δήμητρα είτε το άλλο σκέλος του ζευγαριού, η Περσεφόνη. Ο όρος αργός καθαυτό σημαίνει «λαμπερός λευκός», κατά συνθήκη είναι το επίθετο που περιγράφει τα λευκά ιερατικά άμφια. Σημαίνει επίσης «γρήγορος σαν λάμψη» “.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου