Στο Ντεπώ, στην περιοχή που έδρασε η Αλίκη, υπήρχαν αντιστασιακές οργανώσεις από τις πιο δυναμικές στην πόλη. Δεκάδες αντάρτες δούλευαν μυστικά για την Αντίσταση, κάνοντας στην πόλη σαμποτάζ, όπως για παράδειγμα την ανατίναξη των στρατιωτικών τηλεφώνων και ασυρματοφόρων οχημάτων που είχαν οι Γερμανοί κάτω από τα πλατάνια στην αλάνα «Πατρικίου». Η Αλίκη ως μέλος της ΕΠΟΝ συμμετείχε ενεργά στην αντιστασιακή δράση.
Οι Γερμανοί κατακτητές και οι δωσίλογοι συνεργάτες τους έκαναν πολλές απόπειρες να την συλλάβουν, όπως το φθινόπωρο του 1943, γεγονός που την ανάγκασε να μετακομίζει συνεχώς, ενώ το 1944 φυγαδεύτηκε σε ένα χωριό στη Βέροια και εκεί εντάχθηκε σε ανταρτική ομάδα του ΕΛΑΣ στο Βέρμιο.
Στις 30 Οκτώβρη του 1944 ο ΕΛΑΣ απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς και έσωσε τον λαό της πόλης και τις υποδομές της (σιδηροδρομικός σταθμός, εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού, αλευρόμυλοι κ.ά.) που τις είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά. Στον παλλαϊκό γιορτασμό που ακολούθησε σε όλη την πόλη, με αποκορύφωμα την ιστορική συγκέντρωση και μεγάλη γιορτή στην πλατεία Αγίας Σοφίας, όπου λαός και αντάρτες έγιναν ένα, η Αλίκη ήταν η πρώτη αντάρτισσα που είχε εισέλθει στη Θεσσαλονίκη την ημέρα εκείνη, καβάλα στο άλογό της, επικεφαλής του πεζοπόρου γυναικείου ένοπλου τμήματος της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ. Γι’ αυτό λέγεται ότι ήταν η «αμαζόνα της Αντίστασης». Η Αλίκη είναι ένα ακόμα παράδειγμα που αποδεικνύει ότι ο ΕΛΑΣ στις τάξεις του συσπείρωσε τον ανθό της ελληνικής νεολαίας και του ελληνικού λαού.
Μετά την απελευθέρωση πήρε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και άνοιξε δικηγορικό γραφείο στη Θεσσαλονίκη. Στο γραφείο της μπαινόβγαιναν άνθρωποι, ύποπτοι για την Ασφάλεια. Έτσι συνελήφθη και εξορίστηκε στον Αϊ Στράτη. Όταν επέστρεψε από την εξορία συνέχισε τις επαγγελματικές της ασχολίες, μέχρι που κατηγορήθηκε για παράνομη δραστηριότητα και κατασκοπεία, συνελήφθη τον Αύγουστο του 1947 και φυλακίστηκε για αρκετό καιρό στο Γεντί Κουλέ μαζί με μια ομάδα «κατασκόπων».
Στις 3 Απρίλη 1948 άρχισε η δίκη του Έκτακτου Στρατοδικείου στην αίθουσα συναυλιών του ραδιοφωνικού σταθμού Θεσσαλονίκης. Ήταν ομαδική δίκη η οποία βαφτίστηκε «δίκη των κατασκόπων» ή «του Β’ Γραφείου». Μαγειρεύτηκε επί 10 μήνες στην Ασφάλεια, με στόχο διάφορα στελέχη του ΚΚΕ και κυρίως τον Σταύρο Δημητράκο, ο οποίος συντόνιζε τη συλλογή πληροφοριών για τα εγκλήματα του κράτους κατά του κινήματος.
Συνολικά, στη δίκη αυτή οδηγήθηκαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο εβδομήντα δύο άντρες και γυναίκες. Πρόεδρος του Στρατοδικείου ήταν ο συνταγματάρχης Ιωάννης Κοκορέτσας, μέλος της φασιστικής, δοσιλογικής, παρακρατικής οργάνωσης «Χ».
Στις 27 Απρίλη 1948 τερματίστηκε η ακροαματική διαδικασία και το μεσημέρι της επόμενης βγήκε η απόφαση «εις θάνατον τριάντα έξι».
Στις 6 Μάη του 1948 η Αλίκη, μόλις 28 ετών, εκτελέστηκε μαζί με άλλους δέκα συντρόφους της, ανάμεσα στους οποίους ήταν η μοναδική γυναίκα, στον γνωστό κρανίου τόπο, πίσω από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ.
Οι υπόλοιποι κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι που εκτελέστηκαν εκείνη τη μέρα μαζί της ήταν οι: Βαλμάς Δημήτριος, 32 χρόνων, Δεληδήμος Ανδρέας, 21 χρ., Δημητράκος Σταύρος 35 χρ., Εμμανουηλίδης Χρήστος 30 χρ., Μυλωνίδης Γιάννης, Ξενιτίδης Δημήτρης 34 χρ., Πρασσάς Παναγιώτης 28 χρ., Σαμαράς Δημήτριος-Στυλιανός 28 χρ., Τσομπανίκος Θεόδωρος 24 χρ. Και Υετίων Κλήμης, 29 χρόνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου